Inticate Obscurities (2010-2011)

This project evolved from a reflection on memory’s structure. Delicate ramifications, similar in a way to neural junctures, create a labyrinth of paper layers, born through a laborious process of material removal. The result, with its semi-transparency, reveals while concealing what lies behind, inducing thus a suggestive comment on the formation of remembrance.

My intention was to shift the emphasis away from the material quality of the final result and for this reason I used paper, a common material which through its fragility imprints the wear of time but which, at the same time, offers infinite possibilities to create and transform the resurgent forms. Delicate and brittle as it is, with its infinitesimal neuron-like fibres that keep it in unity, it stresses the temporariness of a time-consuming struggle with the material.

Forms are not predefined; on the contrary, they emerge during a process of removal. One could argue that they are born through the dialogue between the qualities of full and void in something that resembles a drawing of shadows. The perforate surfaces tend to create a cover or veil that, crafted on the verge of obsession, it hides while leaving visible the layers below, suggesting a desire that oscillates between revelation and concealment. Form eventually evolves into a multitude of interconnecting layers that tend to wrap, leading ultimately to distortion and transformation (a reference to the processes of memory).

Εύθραυστες Ασάφειες (2010-2011)

 Η συγκεκριμένη ενότητα δουλειάς ξεκίνησε από ένα προβληματισμό πάνω στη δόμηση της μνήμης. Εύθραυστες διακλαδώσεις, όμοιες κατά μια έννοια με τις νευρωνικές συνδέσεις, δημιουργούν λαβυρινθώδη επίπεδα που προκύπτουν μέσω μιας κοπιαστικής διαδικασίας αφαίρεσης. Το τελικό αποτέλεσμα προσεγγίζει μια αίσθηση ημιδιαφάνειας, που αποκαλύπτει ενώ συγχρόνως συγκαλύπτει ό,τι βρίσκεται από πίσω, σαν ένα σχόλιο στη λειτουργία της ίδιας της διαδικασίας της ενθύμησης.

Ήθελα να είναι μια δουλειά στην οποία να μην δίνεται βάρος στην υλική υπόσταση των έργων. Γι’ αυτό χρησιμοποίησα το χαρτί, που ως υλικό είναι ευτελές, ευαίσθητο στη φθορά του χρόνου, αλλά ταυτόχρονα με άπειρες δυνατότητες μετατροπής και απόδοσης της φόρμας. Το αποτέλεσμα δεν είναι κάτι που φτιάχνεται για να μείνει. Λεπτεπίλεπτο και εύθραυστο καθώς είναι, με τις απειροελάχιστες ίνες που το κρατούν σε ενιαίο σύνολο, τονίζει τον προσωρινό χαρακτήρα της προσπάθειας, παρά τον σημαντικό χρόνο και κόπο που απαιτείται για να γίνει. Ήθελα να τονιστεί αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη μεγάλη προσπάθεια και την ευθραυστότητα.

Το σχέδιο δεν γίνεται εκ των προτέρων αλλά προκύπτει κατά τη διαδικασία. Οι φόρμες γεννιούνται από τη «συνομιλία» μεταξύ κενού και πλήρους, σε κάτι που μοιάζει σαν ζωγραφική με σκιά. Οι διάτρητες επιφάνειες φτάνουν να δημιουργούν ένα πέπλο – κάλυμμα, που δουλεμένο συχνά στα όρια της εμμονής, κρύβει ενώ παράλληλα αφήνει να φανεί ένα επίπεδο πιο πίσω, υποδηλώνοντας έτσι μια επιθυμία αποκάλυψης αλλά και συγχρόνως συγκάλυψης, επομένως μια αμφιταλάντευση. Η μορφή τελικά εξελίσσεται σε πολλά επίπεδα, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και οδηγείται σε αναδιπλώσεις που με τη σειρά τους καταλήγουν στην παραμόρφωση ή μεταμόρφωσή της (μια αναφορά στη μνήμη).