As an artist, I am deeply interested in the qualities of human nature. Although my artistic route so far is betaken by a constant experimentation in means of materials and practices, I always seemed to be haunted by some constant obsessions, such as the notion of the surface that carries in it a suggestive meaning; a meaning that cannot be seen outside its precarious nature. This surface, material or allegorical, always bears the immanence of a double meaning: it can be seen as both a barrier and a surface of inter-connectivity. In this context, surface is never meant to remain intact; it squirms, wraps and finally transforms through a revitalizing violence that opens the way to new perspectives.
But reformation of the perspective itself is something that describes the very human subject. The same goes for memory, which is, perhaps, the second most vital constant that runs through my work, sometimes evidently, sometimes implicitly. It is in Ugly Beauty that the reflection on memory becomes more evident. The statuettes, remnants of years past, trigger with their silence a perverse deformation, aimed to reveal all possible hidden secrets inside them. But this is not done in a tendency to pessimism. I am deeply interested in the acceptance of the imperfect human nature, which lies in the limits of the individual and social. My aim is not to judge an age past but to talk about a fear of hiding the present.
This fear leads us to the third constant of my work: the intense antithesis between the beautiful-serene and the violence that may lurk within. In Intricate obscurities, this manifests itself as a violence of cutting, and perhaps an exhausting endeavor against time to create something that in the next moment will become a plaything of the all consuming time. In Ugly Beauty, the violence appears as breaking, smashing of the past, to give birth to a new, distorted form, which carries uncanny images of an imperfect and dark rebirth inside it. Surfacing Abysses dealt with the nature of desire, and more specifically, with those elements of violence born inside an excessive manifestation of beauty, where the repulsive was meant as part of the enchanting. This work often questioned the barriers between life and death of the subject, using as a metaphorical vehicle those uncanny corporeal signs and qualities. Violence was depicted as an uncanny feeling lurking under the smooth, sweet surface of the image, created by painstakingly laying and removing the painting material on fine paper. This is done so that the final result will emphasize the nature of the drawing surface, since all drawing gestures are to be erased, leaving nothing but a graced, painted surface that seems almost photographic. The violence was also expressed through the smashing of the caramel sculpture; the pieces were eaten by the spectators in an atmosphere of jest intermingled with revolt.
The surface of the works thus becomes the bearer of implied meanings concerning the outward. But this is nothing but a hint to the long-lasting debate of surface versus depth that always followed western thought; with their unclear imagery and subject, these images are intented to produce meaning by concealing it, in a realm where the beautified hides the essence of daunting or appalling. But then, nothing is meant to be so worrying. Nothing is meant to last for more than a short temporality. Human is never eternal, always beautifully imperfect in its endless deviation.

Η ανθρώπινη φύση υπήρξε πάντα το μόνιμο σημείο αναφοράς. Αν και σύντομη, η μέχρι τώρα εικαστική μου πορεία χαρακτηρίζεται από μια διαρκή αναζήτηση στο πεδίο των υλικών και των πρακτικών, που όμως πάντα έρχονται να εκφράσουν συγκεκριμένες εμμονές, όπως αυτή με την έννοια της επιφάνειας – μιας επιφάνειας, που πάντα φέρει εντός της ένα νόημα υπαινυκτικό, ένα νόημα που δεν μπορεί να διαβαστεί έξω από τη επισφαλή του φύση. Σ’ αυτή η επιφάνεια, υλική ή αλληγορική, ενυπάρχει πάντα ένα διπλό νόημα, κάτι που μπορεί να ειδωθεί τόσο ως όριο όσο και ως επιφάνεια διασύνδεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιφάνεια δεν μένει ποτέ ακέραιη: αναδιπλώνεται ανήσυχα, συστρέφεται και τελικά μεταμορφώνεται μέσα από μια ζωογόνο βία που ανοίγεται σε νέες προοπτικές.
Αλλά η αναμόρφωση της προοπτικής είναι κάτι που περιγράφει την ίδιο το ανθρώπινο υποκείμενο. Το ίδιο ισχύει και για τη μνήμη, η οποία είναι ίσως η δεύτερη πιο ζωτική σταθερά που διατρέχει τη δουλειά μου, άλλοτε εμφανώς, άλλοτε πιο υπαινυκτικά. Στην ενότητα Όμορφα Άσχημο, συναντά κανείς την αιχμή αυτής της συλλογιστικής. Τα αγαλματίδια, απομεινάρια χρόνων περασμένων, με τη σιωπή τους, δίνουν έναυσμα σε μια διαστροφική παραμόρφωση που στοχεύει να εκμαιεύει όλα εκείνα τα κρυμμένα μυστικά που ίσως φέρουν εντός τους. Μα αυτό δε γίνεται κάτω από μια προοπτική απαισιοδοξίας. Παρά μάλλον, ενδιαφέρον για μένα έχει αυτή η αποδοχή της βαθιά ατελούς φύσης του ανθρώπινου, που γεννιέται στα όρια του ατομικού και του κοινωνικού. Τελικά σκοπός δεν είναι να κρίνουμε εξ αποστάσεως μια περασμένη εποχή, όσο να μιλήσουμε για ένα φόβο απόκρυψης του παρόντος.
Αυτός ο φόβος μας οδηγεί στην τρίτη κατεθυντήρια του έργου: εκείνη την έντονη αντίθεση μεταξύ όμορφου-γαλήνιου και μιας βίας που μπορεί να ελλοχεύει εντός του. Στις Εύθραυστες Ασάφειες εμφανίζεται ως βία της κοπής, και ίσως εκείνης της εξαντλητικής προσπάθειας ενάντια στο χρόνο για να παραχθεί κάτι που αμέσως μετά θα γίνει έρμαιο του καταβροχθιστικού χρόνου. Στην ενότητα Όμορφα Άσχημο, η βία εμφανίζεται ως σπάσιμο, θρυμματισμός που καταφέρεται ενάντια στο παρελθοντικό, για να γεννήσει μια νέα μορφή παραμορφωμένη, που φέρει εντός της τις έντονα ανησυχαστικές εικόνες μιας ατελούς και σκοτεινής αναγέννησης. Στην ενότητα Επιφανειακές Άβυσσοι, η βία γίνεται ο κύριος άξονας που συντρέχει ενοποιητικά πίσω από όλα τα έργα. Πρόκειται για έργα που πραγματεύονται τη φύση της επιθυμίας, και πιο συγκεκριμένα, εκείνα τα στοιχεία της βίας που γεννιούνται μέσα σε μια υπερβολική έκφανση της ομορφιάς, όπου το απωθητικό εννοείται ως στοιχείο του σαγηνευτικού. Αυτή η δουλειά συχνά έθετε υπόγεια το ερώτημα των ορίων ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο του υποκειμένου, χρησιμοποιώντας συμβολικά αυτά τα ανοίκεια σημεία και ποιότητες. Η βία αναπαρίσταται ως η ανησυχαστική εκείνη αίσθηση που καιροφυλαχτεί πίσω από τη λεία, σχεδόν γλυκερή επιφάνεια της εικόνας, που δημιουργείται μέσα από μια επίπονη διαδικασία απόθεσης και αφαίρεσης της ζωγραφικής ουσίας. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα στοχεύει να δώσει έμφαση στην φύση της ζωγραφικής επιφάνειας, καθώς όλες οι ζωγραφικές χειρονομίες σβήνονται για να απομείνει μονάχα μια λεπτεπίλεπτη, σχεδόν διαφανής επιφάνεια, που θυμίζει φωτογραφία. Η βία επίσης εκφράζεται μέσα από τη θεαματική θραύση του γλυπτού, το οποίο καταβροχθίζεται από τους θεατές με ανάμεικτα συναισθήματα αστεϊσμού και φρίκης.
Με τον τρόπο αυτό, η επιφάνεια του έργου γίνεται η ίδια φορέας υπαινυκτικών μηνυμάτων σχετικά με το εξωτερικό. Αλλά αυτό δεν είναι παρά μια νύξη στην ιστορική αναμέτρηση επιφάνειας και βάθους, που ακολουθεί ανέκαθεν τη δυτική σκέψη. Με την ασαφή εικονογραφία τους, αυτές οι εικόνες σκοπεύουν να παράγουν νόημα αποκρύπτοντάς το, σε ένα κόσμο όπου το εξωραϊσμένο κρύβει στην ουσία του το στοιχείο του τρομακτικού και αποκρουστικού. Μα τελικά, τίποτε δεν είναι τόσο ανησυχητικό. Τίποτε δεν πρόκειται να διαρκέσει περισσότερο από μια στιγμιαία προσωρινότητα. Το ανθρώπινο δεν είναι ποτέ αιώνιο, πάντα γοητευτικά ατελές μέσα στην άπειρη μεταβλητότητά του.