Surfacing Abysses (2012-2013)

This work deals with the qualities of desire, and more specifically, with those elements of violence born inside an excessive manifestation of beauty. Enlarged details of corporeal worlds, that seem to infinitely reform, create an uncanny call to labyrinths anatomized with surgical precision, where the repulsive is meant as part of the enchanting. But this work is also meant as an expression of this long-lasting debate of surface versus depth always following western thought. It is about those elements that produce meaning by concealing it, in a process where the inside-self seems no longer distinct by the social-outside, in what one could call as deleuzian politics of playful osmosis.

 The two media used in this attempt (drawing and caramel sculpture) may seem initially unmatched, but they intend to induce two distinct kinds of critical inquiry on the viewer’s position. The drawings, by their size, technique and theme presented, attempt to allure the viewers’ sight, so that they enter this disturbingly attractive world of surfaces, leaving them, nevertheless, the possibility to turn their gaze away, disrupting the relationship with this surfacing image.

With the human-size caramel sculpture, however, the contrasts between the attractive (to taste) and unfamiliar (to form) transcend to different levels, as the participant -in a ritual of crushing and consuming the sculpture- is now called to literally incorporate this alloy of contrasts, creating a violent bond with the work as well as with the rest of the attendants, ultimately opening the dialogue from the field of the subjective to potential thoughts in relation to a being-with-others.

Επιφανειακές άβυσσοι (2012-2013)

Η συγκεκριμένη ενότητα έργου διαπραγματεύεται ποιότητες πάνω στην έννοια της επιθυμίας. Μεγενθυμένες λεπτομέριες σωματικών κόσμων, που μοιάζουν να αναδιπλώνονται επ’ άπειρον, δημιουργούν μια ανοίκεια πρόσκληση σε λαβυρίνθους που ανατέμνονται με χειρουργική ακρίβεια, όπου το απωθητικό εννοείται ως στοιχείο του σαγηνευτικού. Αλλά αυτή η δουλειά είναι τελικά και μια έκφανση της παλιάς διαμάχης ανάμεσα στην επιφάνεια και το βάθος, που πάντα ακολουθεί τη δυτική σκέψη. Είναι για εκείνα τα στοιχεία που παράγουν νόημα μέσα από τη συγκάλυψη, σε μια διαδικασία όπου ο εσω-εαυτός δε είναι τόσο ξεκάθαρα διαχωρισμένος από το κοινωνικό-έξω, σε κάτι που κάποιος θα μπορούσε ίσως να αποκαλέσει κανείς ντελεζιανή πολιτική μιας παιχνιδιάρικης όσμωσης.

  Τα δύο μορφικά εργαλεία (ζωγραφική και γλυπτική με καραμέλα) μοιάζουν αρχικά αταίριαστα, ίσως, μεταξύ τους, αλλά στοχεύουν στο να θέσουν σε διαφορετική κρίση τη θέση του θεατή-μύστη. Τα ζωγραφικά, μέσα από το μέγεθος, την τεχνοτροπία, και το θέμα που αναπαριστούν, σκοπό έχουν να προσκαλέσουν το θεατή να εισέλθει με το βλέμμα του σ’ αυτόν τον ανησυχητικά θελκτικό κόσμο, αφήνοντάς του, ωστόσο, περιθώρια να αποστρέψει το βλέμμα του, διακόπτοντας τη σχέση με την εικόνα.

  Στο γλυπτό από καραμέλα, από την άλλη πλευρά, οι αντιθέσεις ανάμεσα στο ελκυστικό (στη γεύση) και το ανοίκειο (σε μορφή) μετατίθενται σε άλλο επίπεδο, καθώς ο συμμετέχων σε μια τελετουργία θραύσης και κατανάλωσης του γλυπτού, τώρα, καλείται να ενσωματώσει στην κυριολεξία αυτό το κράμμα αντιθέσεων, δημιουργώντας δεσμούς συν-τροφικότητας με το έργο, αλλά και με τους υπόλοιπους παρόντες, ανοίγοντας τελικά το διάλογο από το επίπεδο του υποκειμένου σε πιθανές κρίσεις σε σχέση με το(ν) Άλλο.