I have always been fascinated by humans, human nature, what makes us what we are, but also what connects us to life that expands beyond our “humanity”. In a desire to un-skin the world, to reveal what is hidden, the surface became my obsession. I needed to go deeper, but also to reach a “ground”, a terrestrial tale that would talk about what is alive in the humane. In my quest I often changed materials; my anchor, my constant coordinate was a desire to explore to the deepest my obsessions. 

I started with works that used the surface of the paper that through a laborious movement of material removal, would thus transform into an ethereal network of connections: a reminiscence of memory’s structure. Later on, I would pass to sculpture. Breaking and reassembling found material (porcelain bibelots) was my way of talking of the imperfection of the beauty of life. Surface again resurges as a way of depicting the skin, often wounded in these small scale sculptures. 

Skin, which often reappears in my works, became a metaphor for the surface, for a way of being in connection with the world, that carries in it a suggestive meaning; a meaning that cannot be seen outside its precarious nature. This surface, material or allegorical, always bears the immanence of a double meaning: it can be seen as both a barrier and a surface of inter-connectivity. In this context, surface is never meant to remain intact; it squirms, wraps and finally transforms through a revitalizing force that opens the way to new perspectives.

But the skin can also be the surface of the paper itself. By cutting it, drawing it, or even piercing it, this is a way of penetrating deeper into my own existence. In the latest unit of work, paper becomes the skin of our humanity and thus the limit that interconnects us with our fellow beings. Starting with images that depict animals, or animal furs, I, then, proceeded in depicting landscapes, the natural habitat of animals, which however remain invisible to our heavily filtered view. But animality here becomes a metaphor; one should not try to search for the animal, which remains in this case absent, but rather for this always evading quality of life that we tend to forget to attribute to the human. Again a laborious process of creating is put in action: drawings that depict the world as we have learned to see it, are now erased, pierced, scratched (gestures implying animal movements) or redrawn in a way to produce a more complicate and implicit view of what we call “nature”. 

Time (in the sense of a patient creation process) and silence have played their role in my work. I think these are two qualities that my work evokes and turns towards as it is evolving. For time is our “vehicle”, our way of living, and patience and humbleness is what we need to gain in order to live up to our nature. Last but not least, silence is the way images talk to us. For silence, that is when the logos sleeps, is what is needed for the senses to awake. And perhaps, it is a way to evoke an originary absence, in which a common dispossession is shared between art and human nature.

J’ai toujours été fascinée par les humains, la nature humaine, ce qui fait de nous ce que nous sommes, mais qui nous lie aussi avec la vie et s’étend au-delà de notre « humanité ». Dans un désir de dépouiller le monde, de révéler ce qui était caché, la surface est devenue mon obsession ; j’avais besoin d’aller plus profondément, de toucher une sorte de « terre », un récit plus terrestre qui parlerait de ce qui est vivant dans l’humain.

Dans cette quête, j’ai changé souvent de matériaux ; mon ancrage, mon repère constant était le désir d’explorer en profondeur mes obsessions. J’ai commencé avec des travaux qui utilisaient la surface du papier qui, à travers le laborieux geste d’enlever de la matière, transformait le papier en réseau éthéré de connexions : une réminiscence de la structure de la mémoire. Plus tard, je m’essayais à la sculpture. Briser et réassembler du matériel trouvé (des bibelots en porcelaine) était ma façon de parler de l’imperfection de cette beauté de la vie. La surface resurgit à nouveau, comme une façon, cette fois, de représenter la peau, souvent blessée, dans des sculptures de petite taille.

La peau, qui réapparaît souvent dans mes œuvres, est devenue une métaphore de la surface, du contact avec le monde. Elle porte en elle un sens suggestif qui ne peut pas être vu hors de sa nature précaire. Cette surface, matérielle et allégorique, peut toujours être vue comme une barrière mais aussi comme une surface d’interconnexion. Dans ce concexte, la surface ne reste jamais intacte : elle se tortille, s’enveloppe et se transforme grâce à une force revitalisante qui ouvre la voie à de nouvelles perspectives.

Mais la peau peut aussi être la surface du papier lui-même. En le coupant, en le dessinant, voire en le transperçant, on pénètre plus profondément dans sa propre existence. Dans mon groupe d’œuvres le plus récent (Unight), le papier devient la peau de notre humanité, la limite qui nous interconnecte avec d’autres êtres. J’ai commencé par des images d’animaux ou de leur fourrure, avant de passer à des représentations de paysages : l’habitat naturel des animaux qui demeurent invisibles à notre vue filtrée. Mais l’animalité, ici, se fait métaphore : il ne s’agit plus de chercher l’animal, toujours absent, invisible. Il s’agit plutôt de chercher cette qualité évitante de la vie que nous omettons parfois d’attribuer à l’homme. Par un laborieux processus créatif, des dessins qui représentent le monde comme nous avons appris à le voir, sont maintenant effacés, percés, grattés — des gestes qui impliquent  des mouvements animaux — ou même redessinés de manière à produire une vue plus complexe et implicite de ce que nous appelons « nature ».

Le temps (au sens d’une patiente procédure de création) et le silence ont joué un rôle dans mon travail. Ce sont les deux aspects que mes œuvres expriment et où elles évoluent.  Car le temps est notre « véhicule », notre mode de vie. La patience, l’humilité sont ce que nous devons acquérir afin de vivre à la hauteur de notre nature. Enfin, le silence est la façon dont les images parlent en nous. Quand le logos se retire, le silence est ce qui est nécessaire pour que s’éveille le sensible. Peut-être pourrait-on évoquer quelque absence originaire, une dépossession commune[1] à l’art et à la nature humaine.

[1] Marie-José Mondzain, « L’image entre provenance et destination » dans E. Alloa (ed.), Penser l’image, op.cit, p 66.

Πάντα με γοήτευε ο άνθρωπος, η ανθρώπινη φύση, εκείνο που ορίζει αυτό που είμαστε, αλλά και αυτό που μας συνδέει με τη ζωή που εκτείνεται πέρα από την “ανθρωπινότητά” μας. Σε μια προσπάθεια να ανα-καλύψω τον κόσμο, να σκαλίσω αυτό που παραμένει κρυμμένο, η επιφάνεια έγινε εμμονή. Έπρεπε να εμβαθύνω παραπέρα, αλλά μαζί να βρω την ασφάλεια ενός “εδάφους”, μιας επίγειας εξιστόρησης για το ζωντανό στοιχείο του ανθρώπινου. Σ’ αυτή την αναζήτηση συχνά άλλαζα υλικά: άγκυρά μου και σταθερή συντεταγμένη, η επιθυμία να εξερευνήσω σε βάθος τις εμμονές μου. 

Ξεκίνησα με έργα όπου η επιφάνεια του χαρτιού – μέσω μιας επίπονης χειρονομίας αφαίρεσης του υλικού – θα μεταμορφωνόταν σε ένα αιθέριο δίκτυο συνδέσεων: μια αναπόληση της οικοδόμησης της μνήμης. Αργότερα, πέρασα στη γλυπτική. Σπάζοντας και η επανασυναρμολογόντας  την ύλη (πορσελάνινα μπιμπελό), ήταν ένας τρόπος για να μιλήσω για την ατελή ομορφιά της ζωής. Η επιφάνεια εμφανίζεται και πάλι σ’ αυτά τα μικρά γλυπτά ως απεικόνιση δέρματος, συχνά τραυματισμένου.

Το δέρμα, συχνό θέμα των έργων μου, γίνεται μια μεταφορά για την επιφάνεια, για κείνον τον τρόπο σύνδεσης με τον κόσμο, κι εκείνο το υποδόριο μήνυμα που δεν μπορεί να ειδωθεί έξω από την επισφαλή του φύση. Σ’ αυτή την επιφάνεια, υλική ή αλληγορική, ενυπάρχει πάντα μια διπλή σημασία: εκείνη του φράγματος-ορίου και εκείνη της διασυνδεσιμότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, η επιφάνεια δεν μπορεί να παραμείνει άθικτη: διπλώνεται, συστρέφεται και τελικά μεταμορφώνεται μέσω μιας αναζωογονητικής δύναμης που ανοίγει δρόμο για νέες προοπτικές. 

Αλλά δέρμα μπορεί να είναι επίσης και η επιφάνεια του χαρτιού. Κόβοντας, σχεδιάζοντας ή τρυπώντας το, ψάχνω τον τρόπο να διεισδύσω βαθύτερα στην δική μου εμπειρία. Σ’ αυτή την πιο πρόσφατη ενότητα έργων (Un-night), το χαρτί γίνεται το δέρμα του ανθρώπινου στοιχείου και, συνεπώς, το σύνορο που μας συνδέει με τη ζωή στο σύνολο. Ξεκινώντας από εικόνες που δείχνουν ζώα ή τρίχωμα ζώων, προχώρησα στην απεικόνιση τοπίων και του βιότοπου των ζώων, τα οποία παραμένουν ωστόσο αόρατα για την έντονα φιλτραρισμένη οπτική μας. Αλλά η ζω(τ)ικότητα εδώ μετουσιώνεται σε μεταφορά: σκοπός δεν είναι να αναζητήσουμε το ζώο που εδώ παραμένει απόν, αλλά μάλλον εκείνη τη διαφεύγουσα ποιότητα που ξεχνάμε να αποδώσουμε στον άνθρωπο. Και πάλι μια επίπονη διαδικασία δημιουργιας: σχέδια που απεικονίζουν τον κόσμο όπως μάθαμε να τον βλέπουμε, τώρα σβήνονται, τρυπιούνται, σκαλίζονται (ενέργειες δανεισμένες από την καθημερινότητα των ζώων) ή ξαναγράφονται με τέτοιο τρόπο ώστε να παράγουν μια πλουσιότερη αν και σιωπηρή άποψη αυτού που αποκαλούμε “φύση”. 

Ο χρόνος (ως χρονοβόρα διαδικασία δημιουργίας) και η σιωπή έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στην δουλειά μου. Έχω την αίσθηση ότι αυτές είναι οι δύο ποιότητες γύρω από τις οποίες περιστρέφεται το έργο μου καθώς εξελίσσεται. Γιατί ο χρόνος είναι το “όχημά” μας, ο τρόπος με τον οποίο διαβιούμε και η υπομονή και η ταπεινότητα είναι εκείνο που πρέπει να κερδίσουμε για να ανταποκριθούμε στην φύση μας. Τέλος, η σιωπή είναι ο τρόπος με τον οποίο οι εικόνες μας μιλούν. Διότι η σιωπή,  η απουσία του λόγου, είναι η συνθήκη στην οποία οι αισθήσεις ξυπνούν.  Και ίσως ακόμη εκείνο ο τρόπος να αγγίξουμε την πρωταρχική απουσία, εκείνη την στέρηση-επιθυμία  που μοιράζονται τέχνη και ανθρώπινη φύση.